Skip to content →

Μήπως είναι καιρός να διασπάσουμε τη Google;

Jonathan Taplin, The New York Times [22.04.2017]

μετάφραση

OctopusTheVerdict1899
An antimonopoly cartoon from 1899, “The Menace of the Hour.” – George Luks [Public domain]
Μέσα σε μόλις 10 χρόνια, οι πέντε μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως με βάση την κεφαλαιοποίηση της αγοράς έχουν αλλάξει, εκτός από μία: τη Microsoft. Η Exxon Mobil, η General Electric, η Citigroup και η Shell Oil είναι εκτός και η Apple, η Alphabet (η μητρική εταιρεία της Google), η Amazon και το Facebook έχουν πάρει τη θέση τους.

Είναι όλες τους εταιρείες τεχνολογίας, και η κάθε μία κυριαρχεί σε ένα τμήμα της βιομηχανίας: η Google κατέχει μερίδιο αγοράς 88% στη διαφήμιση μέσω αναζητήσεων, η Facebook (και οι θυγατρικές Instagram, WhatsApp και Messenger) κατέχει το 77% της κίνησης στα κοινωνικά δίκτυα και η Amazon κατέχει το 74 τοις εκατό της αγοράς του ηλεκτρονικού βιβλίου. Με κλασικούς οικονομικούς όρους, και οι τρεις είναι μονοπώλια.

Ας μεταφερθούμε στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν οι ισχυρισμοί σχετικά με την “κατάρα του μεγάλου μεγέθους (bigness)” αναπτύχθηκαν από τον Louis Brandeis, σύμβουλο του Προέδρου Woodrow Wilson, πριν ο Wilson τον διορίσει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο Brandeis ήθελε να εξαλείψει τα μονοπώλια, διότι (σύμφωνα με τον βιογράφο του, Melvin Urofsky) «σε μια δημοκρατική κοινωνία η ύπαρξη μεγάλων κέντρων ιδιωτικής εξουσίας είναι επικίνδυνη για τη συνεχιζόμενη ζωτικότητα ενός ελεύθερου λαού». Δε χρειάζεται να κοιτάξουμε μακρύτερα από τη συμπεριφορά των μεγαλύτερων τραπεζών στην οικονομική κρίση του 2008 ή από το ρόλο που παίζουν το η Facebook και η Google στην επιχείρηση “ψεύτικων ειδήσεων” για να καταλάβουμε ότι ο Brandeis είχε δίκιο.

Αν και ο Brandeis αντιτάχθηκε εν γένει στη ρύθμιση – η οποία, όπως ανησυχούσε, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στη διαφθορά της ρυθμιστικής αρχής – αντί να υποστηρίξει την κατάργηση του “bigness”, έκανε μια εξαίρεση για τα “φυσικά” μονοπώλια, όπως εταιρείες τηλεφωνίας, νερού και ενέργειας και σιδηροδρομικών μεταφορών όπου ήταν λογικό να έχουμε μία ή λίγες εταιρείες που να ελέγχουν έναν κλάδο.

Θα μπορούσε αυτές οι εταιρείες – και ειδικότερα η Google – να γίνουν φυσικά μονοπώλια, καλύπτοντας τη συνολική ζήτηση ολόκληρης της αγοράς για μια υπηρεσία, σε τιμή χαμηλότερη από την τιμή που θα προσέφεραν οι δύο ανταγωνίστριες εταιρείες; Και αν ναι, είναι καιρός να τις ρυθμίσουμε όπως τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας;

Εξετάζοντας μια ιστορική αναλογία: τις πρώτες ημέρες των τηλεπικοινωνιών.

Το 1895 μια φωτογραφία της βιομηχανικής περιοχής μιας μεγάλης πόλης θα μπορούσε να δείχνει 20 τηλεφωνικά καλώδια συνδεδεμένα με τα περισσότερα κτίρια. Κάθε σύρμα ανήκε σε διαφορετική τηλεφωνική εταιρεία και κανένα από αυτά δεν δούλευε με τα άλλα. Χωρίς το φαινόμενο δικτύου (network effect), τα ίδια τα δίκτυα ήταν σχεδόν άχρηστα.

Η λύση ήταν μια ενιαία εταιρεία, η American Telephone and Telegraph, να ενοποιήσει τη βιομηχανία αγοράζοντας όλους τους μικρούς φορείς εκμετάλλευσης και δημιουργώντας ένα ενιαίο δίκτυο – ένα φυσικό μονοπώλιο. Η κυβέρνηση το επέτρεψε, αλλά στη συνέχεια ρύθμισε αυτό το μονοπώλιο μέσω της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (Federal Communications Commission).

Η AT&T (γνωστή και ως Bell System) είχε ρυθμισμένες τις τιμές της και έπρεπε να δαπανά ένα σταθερό ποσοστό των κερδών της στην έρευνα και ανάπτυξη. Το 1925 η AT&T δημιούργησε τα Bell Labs ως ξεχωριστή θυγατρική με την εντολή να αναπτύξει την επόμενη γενιά τεχνολογίας επικοινωνιών αλλά και να κάνει βασική έρευνα στη φυσική και άλλες επιστήμες. Τα επόμενα 50 χρόνια, τα βασικά στοιχεία της ψηφιακής εποχής – το τρανζίστορ, το μικροτσίπ, το ηλιακό κύτταρο, ο φούρνος μικροκυμάτων, το λέιζερ, η κυψελοειδής τηλεφωνία – όλα προέρχονταν από τα Bell Labs, μαζί με οκτώ βραβεία Νόμπελ.

Σε ένα συνεταιρικό διάταγμα του 1956 με το οποίο το Υπουργείο Δικαιοσύνης επέτρεψε στην AT&T να διατηρήσει το τηλεφωνικό μονοπώλιό της, η κυβέρνηση απέσπασε μια τεράστια παραχώρηση: Όλα τα υφιστάμενα διπλώματα ευρεσιτεχνίας παρέχονταν (σε οποιαδήποτε αμερικανική εταιρεία) χωρίς τέλη δικαιωμάτων και όλα τα μελλοντικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας παρέχονταν με μια μικρή χρέωση. Αυτές οι άδειες οδήγησαν στη δημιουργία της Texas Instruments, της Motorola, της Fairchild Semiconductor και πολλών άλλων νεοσύστατων επιχειρήσεων.

top companies

Είναι αλήθεια ότι το διαδίκτυο δεν είχε ποτέ τα ίδια προβλήματα διαλειτουργικότητας. Και η διαδρομή της Google προς την κυριαρχία είναι διαφορετική από αυτή του Bell System. Ωστόσο, εξακολουθεί να έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας υπηρεσίας κοινής ωφέλειας.

Θα πρέπει να αποφασίσουμε αρκετά σύντομα εάν η Google, το Facebook και η Amazon είναι τα είδη των φυσικών μονοπωλίων που πρέπει να ρυθμιστούν ή αν θα επιτρέψουμε να διατηρηθεί το status quo, προσποιούμενοι ότι οι ασυγκράτητοι μονόλιθοι δεν προκαλούν ζημιά στην ιδιωτική ζωή μας και τη Δημοκρατία.

Είναι αδύνατο να αρνηθεί κανείς ότι το Facebook, η Google και η Amazon έχουν εμποδίσει την καινοτομία σε ευρεία κλίμακα. Αρχικά, οι πλατφόρμες της Google και του Facebook αποτελούν το σημείο πρόσβασης προς όλα τα μέσα ενημέρωσης για την πλειοψηφία των Αμερικανών. Ενώ τα κέρδη της Google, του Facebook και της Amazon έχουν αυξηθεί, τα έσοδα στις επιχειρήσεις μέσων μαζικής ενημέρωσης όπως η έκδοση εφημερίδων ή η μουσική βιομηχανία έχουν μειωθεί κατά 70% από το 2001.

Σύμφωνα με το Γραφείο Εργασιακής Στατιστικής, οι εκδότες των εφημερίδων έχασαν περισσότερους από τους μισούς τους υπαλλήλους μεταξύ του 2001 και του 2016. Δισεκατομμύρια δολάρια έχουν ανακατανεμηθεί από τους δημιουργούς περιεχομένου στους ιδιοκτήτες μονοπωλιακών πλατφορμών. Όλοι οι δημιουργοί περιεχομένου που εξαρτώνται από τη διαφήμιση, πρέπει να διαπραγματευτούν με τη Google ή το Facebook ως φορείς συλλογής περιεχομένου, τον μοναδικό ζωτικό σύνδεσμο ανάμεσα σε αυτούς και το τεράστιο σύννεφο στο Διαδίκτυο.

Δεν είναι μόνο οι εφημερίδες που πλήττονται. Το 2015, δύο οικονομικοί σύμβουλοι του Obama, ο Peter Orszag και ο Jason Furman, δημοσίευσαν μια εργασία που υποστηρίζει ότι η άνοδος των “υπερφυσικών αποδόσεων κεφαλαίου” σε εταιρείες με περιορισμένο ανταγωνισμό οδηγεί σε άνοδο της οικονομικής ανισότητας. Oι οικονομολόγοι του M.I.T. Scott Stern και Jorge Guzman εξήγησαν ότι παρουσία αυτών των γιγαντιαίων εταιρειών «έχει γίνει όλο και πιο πλεονεκτικό να είσαι κατεστημένη εταιρεία και λιγότερο πλεονεκτικό να είσαι νεοεισερχόμενη».

Υπάρχουν μερικές προφανείς ρυθμίσεις για να ξεκινήσουμε. Το μονοπώλιο δημιουργήθηκε με εξαγορά – η Google αγοράζοντας το AdMob και το DoubleClick, το Facebook αγοράζοντας το Instagram και το WhatsApp, η Amazon αγοράζοντας, για να αναφέρουμε μόνο μερικά, τις Audible, Twitch, Zappos και Alexa. Κατ’ ελάχιστον, οι εταιρείες αυτές δεν θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν άλλες μεγάλες επιχειρήσεις, όπως το Spotify ή το Snapchat.

Η δεύτερη εναλλακτική λύση είναι η ρύθμιση μιας εταιρείας όπως η Google ως υπηρεσίας κοινής οφέλειας, απαιτώντας από αυτή την παροχή αδειών εκμετάλλευσης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, με συμβολική αμοιβή, για τους αλγορίθμους αναζήτησης, τις διαφημιστικές ανταλλαγές και άλλες βασικές καινοτομίες.

Η τρίτη εναλλακτική λύση είναι η κατάργηση της διάταξης “ασφαλούς λιμένα” (safe harbor) του Νόμου για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας του 1998, η οποία επιτρέπει σε εταιρείες όπως το Facebook και το YouTube της Google ελεύθερη πρόσβαση στο περιεχόμενο που παράγουν άλλοι. Ο λόγος που υπάρχουν 40.000 βίντεο του Ισλαμικού Κράτους στο YouTube, πολλά από αυτά με διαφημίσεις που αποφέρουν έσοδα σε όσους τα δημοσίευσαν, είναι ότι το YouTube δε χρειάζεται να αναλάβει την ευθύνη για το περιεχόμενο στο δίκτυό του. Το Facebook, η Google και το Twitter ισχυρίζονται ότι η αστυνόμευση των δικτύων τους θα ήταν υπερβολικά επαχθής. Αλλά αυτό είναι παράλογο: Αστυνομεύονται ήδη τα δίκτυά τους για πορνογραφία, και μάλιστα αρκετά καλά.

Η κατάργηση της διάταξης ασφαλούς λιμένα θα υποχρέωνε επίσης τα κοινωνικά δίκτυα να πληρώνουν για το περιεχόμενο που αναρτάται στους ιστοτόπους τους. Ένα απλό παράδειγμα: Ένα εκατομμύριο λήψεις ενός τραγουδιού στο iTunes θα απέφεραν στον ερμηνευτή και τη δισκογραφική του εταιρεία 900.000 δολάρια. Ένα εκατομμύριο ροές του ίδιου τραγουδιού στο YouTube θα τους απέφεραν περίπου 900 δολάρια.

Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι, με φιλελεύθερους τεχνολογικούς μεγιστάνες όπως ο Peter Thiel στον στενό κύκλο του Προέδρου Trump, η ρύθμιση των μονοπωλίων στο διαδίκτυο θα αποτελέσει προτεραιότητα. Τελικά ίσως χρειαστεί να περιμένουμε τέσσερα χρόνια, οπότε τα μονοπώλια θα είναι τόσο κυρίαρχα ώστε το μόνο μέτρο θα είναι να τα διασπάσουμε. Να αναγκάσουμε τη Google να πουλήσει το DoubleClick. Να αναγκάσουμε το Facebook να πουλήσει το WhatsApp και το Instagram.

Ο Woodrow Wilson είχε δίκιο όταν είπε το 1913: “Αν το μονοπώλιο επιμένει, το μονοπώλιο θα βρίσκεται πάντα στο τιμόνι της κυβέρνησης”. Αγνοούμε τα λόγια του και αυτό θα αποβεί εις βάρος μας.

Ο Jonathan Taplin είναι επίτιμος διευθυντής του Annenberg Innovation Lab του University of Southern California και συγγραφές του “Move Fast and Break Things: How Google, Facebook and Amazon Cornered Culture and Undermined Democracy.”