Skip to content →

Η cyberpunk δυστοπία για την οποία μας είχαν προειδοποιήσει είναι ήδη εδώ1 min read

από: Conrad Amenta, Versions KillScreen [19.08.2016]

μετάφραση

Είναι πρωί Κυριακής μετά από μια πολυάσχολη εβδομάδα, και η σύζυγός μου και εγώ προσπαθούμε να έχουμε μια ήρεμη στιγμή. Πετά το απόγευμα για ένα εταιρικό ταξίδι που θα διαρκέσει μια εβδομάδα, έτσι αυτές οι τελευταίες ώρες μαζί είναι σημαντικές, είναι η ευκαιρία μας για να επαναφορτίσουμε τις μπαταρίες πριν να μπούμε στον κόσμο των τηλεδιασκέψεων και των προθεσμιών. Δυστυχώς, η ρουτίνα του καθημερινού νοικοκυριού, το πλήθος των αντιπαθητικών μικρών καθηκόντων που συνθέτουν το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μας, μας απομάκρυνε κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, και πριν προλάβουμε να το καταλάβουμε οι ελάχιστες ώρες που περνάμε μαζί είχαν εξατμιστεί. Η ιδέα και μόνο ενός ήσυχου Κυριακάτικου πρωινού αποτελεί ουσιαστικά μια αφάνταστη πολυτέλεια.

Το οποίο φαίνεται περίεργο, γιατί το να είναι ένα χουζούρικο πρωί Κυριακής εφικτό για τους πολυάσχολους ανθρώπους υποτίθεται ότι είναι το πεδίο μάχης για το οποίο ζει η Silicon Valley και πεθαίνει, με το εύρος των εφευρέσεων που εξοικονομούν χρόνο και θα σώσουν τον κόσμο – εφαρμογές και μικρο-συναλλακτικές σχέσεις με κοντινούς αγνώστους και έξυπνες συσκευές- που έχουν σχεδιαστεί για να διατηρηθεί, να γαλουχηθεί, να αυξηθεί αυτό το πρωινό χουζούρι. Αυτή η υπόσχεση δεν αφορά μόνο το να μοιραστείς έναν καφέ με ένα αγαπημένο πρόσωπο. Εάν δεν κολλούσα στην κίνηση ή αντιμετώπιζα καθυστερήσεις πτήσεων ή προσπαθούσα να βγάλω άκρη με την αυτοματοποιημένη γραμμή βοήθειας της FedEx, κάποιος θα πίστευε πως θα μπορούσα να ζωγραφίζω ένα πορτρέτο ή να μαθαίνω ιταλικά. Θα μπορούσα να βρω την ελευθερία αυτοπραγμάτωσης.

Αυτός είναι ο κόσμος του «διαδικτύου των πραγμάτων» (IoT), ενός δικτύου συσκευών, εφαρμογών και υποδομής με ενσωματωμένους αισθητήρες και συνδεσιμότητα, έτσι ώστε να μπορούν να ανταλλάσσουν αυτόματα τα δεδομένα εναρμονίζοντας καλύτερα προϊόντα και υπηρεσίες. Στον κόσμο των συνδεδεμένων συσκευών, το ψυγείο μου επικοινωνεί με τα δοχεία που περιέχει, καταλαβαίνει ότι το περιεχόμενό τους κατεβαίνει, προσθέτει το γάλα σε μια υπηρεσία παράδοσης προϊόντων κατ’ οίκον. Επικοινωνεί με έναν μετρητή βημάτων και με ένα μόνιτορ της καρδιάς μου που προφανώς πάντα φοράω έτσι ώστε να μπορώ να μάθω πόσα μίλια θα πρέπει να περπατήσω για να κάψω αυτό που είμαι έτοιμος να φάω. Μια διαμοιρασμένη διαδρομή αυτοκινήτου ή, ακόμα καλύτερα, ένα αυτο-οδηγούμενο αυτοκίνητο φτάνει στην ώρα του, που ρυθμίζεται αυτόματα σε σχέση με την κυκλοφορία. Οι λογαριασμοί μου πληρώνονται στην ώρα τους, τα αεροπλάνα δεν έχουν ποτέ καθυστέρηση, τα πλυντήρια δεν απαιτούν να βρω κέρματα ανάμεσα στα μαξιλάρια του καναπέ, και η FedEx παραδίδει επιτέλους τους φακούς επαφής μου.

Είναι μια συναρπαστική φαντασίωση. Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες σχετικά με την καφκική εμπειρία συμπλήρωσης των εντύπων φορολογίας ή την απόπειρα να αμφισβητήσουμε μια λανθασμένη χρέωση στο κινητό τηλέφωνο. Έχουμε ελάχιστα παραδείγματα από πράγματα που απλά δούλεψαν όπως θα έπρεπε. Το να αισθανθούμε πως κάτι “απλώς λειτουργεί” μετατράπηκε σε πτυχή του απώτερου σχεδιαστικού επιτεύγματος. Ένα από τα στοιχεία που καθιέρωσαν την Apple ως επιχείρηση υψηλού επιπέδου σε αντιπροσώπους μακρινών ηπείρων ήταν πως τα προϊόντα που σχεδιάζει απλά κάνουν αυτό που υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουν. Το ότι τα πράγματα θα πρέπει να κάνουν αυτό που είναι σχεδιασμένα να κάνουν είναι πια τόσο αντιφατικό που η Apple μπορεί καθόλου ειρωνικά να ισχυριστεί ότι «Σκέφτεται Διαφορετικά» και μόνο από το  γεγονός ότι το πρότεινε.

Η λέξη που μου έρχεται στο μυαλό είναι «αρμονία». Γεγονός που εξηγεί, εν μέρει, γιατί το διαδίκτυο των πραγμάτων περιγράφεται όχι τόσο ως μια σταδιακή βελτίωση της δικής μας επιλογής προϊόντων πολυτελείας για τον υπολογιστή αλλά ως υπερβατικότητα σε μια ανώτερη τάξη ύπαρξης.

Πάρτε αυτήν την κολακευτική έρευνα της Cisco (η οποία, σύμφωνα με ορισμένες εκθέσεις, έχει επενδύσει $1,4 δις στο διαδίκτυο των πραγμάτων), που προβλέπει ότι, «Με ένα τρισεκατομμύριο αισθητήρες ενσωματωμένους στο περιβάλλον-όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ τους μέσω συστημάτων πληροφορικής, λογισμικού και υπηρεσιών, θα είναι δυνατόν να ακούσετε τον χτύπο της καρδιάς της Γης, επηρεάζοντας την ανθρώπινη αλληλεπίδραση με τον κόσμο, τόσο βαθιά όσο όταν το Διαδίκτυο εκσυγχρόνισε τις επικοινωνίες.»

Η έρευνα της Cisco περιγράφει έναν κόσμο αμυδρά γνωστό σε μας σήμερα:

«Πρωτοβουλίες και καινοτομίες, όπως το Planetary Skin της Cisco, το κεντρικό νευρικό σύστημα της HP για τη γη (CeNSE), και η «έξυπνη σκόνη», έχουν τη δυνατότητα να προσθέσουν εκατομμύρια, ακόμα και δισεκατομμύρια-αισθητήρων στο διαδίκτυο. Καθώς οι αγελάδες, οι σωλήνες νερού, οι άνθρωποι, ακόμα και τα παπούτσια, τα δέντρα και τα ζώα συνδέονται με το διαδίκτυο των πραγμάτων, ο κόσμος έχει τη δυνατότητα να γίνει ένα καλύτερο μέρος.»

Ξεχνώντας για μια στιγμή την περίεργη κατάταξη των προαναφερθέντων στοιχείων για τα οποία εκκρεμεί η διαλειτουργικότητα (και το ότι η αγελάδα είναι επίσης ζώο) το είδος του κόσμου που η Cisco προσπαθεί να δημιουργήσει είναι παλιομοδίτικο – και εννοώ πραγματικά παλιό, αντίστοιχο με τον κόσμο 700 χρόνια π.Χ της Ελληνικής μυθολογίας.

Είναι μια γαιοκεντρική προσωποποίηση της Γης, ένας πλανήτη με επιδερμίδα και νευρικό σύστημα, με τη σκόνη στον αέρα να αποτελείται από δισεκατομμύρια μάτια και αυτιά. (Άλλα παρατηρήστε την διακριτική τοποθέτηση: Οι αισθητήρες αυτοί θα προστεθούν «στο Διαδίκτυο», όχι «στην υποδομή γύρω σας», το οποίο θα μπορούσε να σας δημιουργήσει την εικόνα με κάμερες κλειστού κυκλώματος σε κάθε δωμάτιο και σε κάθε γωνιά του δρόμου).

Δείτε επίσης το άρθρο του 2014 στο Wired, στο οποίο «Ο κόσμος γύρω μας δεν θα έχει επίγνωση μόνο της παρουσίας μας, θα γνωρίζει ποιοι είμαστε, και θα αντιδρά σε εμάς, συχνά πριν καν το αντιληφθούμε. Η καθημερινή διαδικασία της ζωής μας θα αλλάξει, γιατί σχεδόν κάθε κομμάτι της τεχνολογίας που θα αγγίζουμε (και κάθε κομμάτι που δεν θα αγγίζουμε) θα αρχίσει να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του στις ιδιαίτερες ανάγκες και επιθυμίες μας. Το αυτοκίνητό μας θα μιλά με το σπίτι μας.»

Ακριβώς όπως, σε ορισμένες οικολογικές θεωρίες, η γη θεωρείται ένας οργανισμός με αυτο-ρυθμιστικές λειτουργίες, έτσι επίσης, σύμφωνα με το IoT, μπορεί να έρθει η στιγμή που τα δεδομένα μας θα εκπροσωπούν τη συλλογική συνείδηση της ίδιας της ανθρωπότητας, κάτι το οποίο μπορούμε να αξιοποιήσουμε για να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας. Η υπόσχεση του IoT είναι ότι δεν θα κάνει τίποτα λιγότερο από το να διαγράψει τη διάκριση μεταξύ του ατομικού και συλλογικού, υπερβαίνοντας τις στιγμές που διαλυόμαστε σε κάποια ανώτερη τάξη συνειδητότητας.

Στο κέντρο αυτής της ρητορικής, αυτού του νέου κόσμου που καλύπτει βιαστικά τον παλιό, βρίσκεται ένα κρίσιμο χάσμα μεταξύ της υπόσχεσης και την οπτικοποίησή της. Ενώ μπορεί εύλογα να δοθεί η υπόσχεση πως οι δημόσιες υποδομές μπορούν να ευθυγραμμιστούν καλύτερα για να καλύψουν τις ανάγκες μας, χρησιμοποιείται το “θα ακούσουμε τον κτύπο της καρδιάς της γης”, και ότι θα το επιτύχουμε αυτό μέσω δικτυωμένων αγελάδων. Ο κόσμος θα “ξέρει ποιοι είμαστε”, γιατί “το αυτοκίνητό μας θα μιλά με το σπίτι μας.”

Σε ένα ουσιώδες άρθρο του Ian Bogost σχετικά με την προέλευση του IoT, εξηγεί το πώς οι αρχικές αντιλήψεις για αυτό που ονομάζουμε Πανταχού Παρούσα Υπολογιστική (Ubiquitous Computing), ή “UbiComp”, διέφεραν ριζικά από το είδος της διαρκούς και ετερογενούς εμπλοκής που σήμερα πουλάμε σαν εξελικτική άποψη:

“Η UbiComp μπορεί να μην είναι πάντα σχετική με σπουδαία τέχνη και πολιτισμό, αλλά τουλάχιστον προσπαθεί. Ο Weiser και οι άλλοι [που δημιούργησαν τον όρο] επηρεάστηκαν από κάτι πολύ περισσότερο εκτός της τεχνολογία: τομείς όπως η αρχιτεκτονική, η ανθρωπολογία, η φαινομενολογία, η κοινωνιολογία, που θεωρήθηκαν ως αναπόσπαστο κομμάτι για την κατανόηση του τι σήμαινε να βγάλεις τους υπολογιστές έξω στον κόσμο. Μια ποικιλία παράξενων υπολογιστών ανάμεσα στην παράξενη ποικιλομορφία του υπόλοιπου κόσμου.”

Στο χάσμα μεταξύ της δυναμικής UbiComp και των σημερινών γκάτζετς, θα βρούμε όλη την σχετική απογοήτευση μαζεμένη. Φαίνεται ότι αυτό που εταιρείες όπως η Cisco, οι προγραμματιστές εφαρμογών και οι νεοσύστατες επιχειρήσεις φαίνεται να ξεχνούν είναι ότι οι άνθρωποι μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά μεταξύ μετασχηματιστικής καινοτομίας και αγοράς. Ο Bogost προσθέτει: «Είναι καιρός να παραδεχτούμε ότι το IoT είναι στην πραγματικότητα απλά ο αποικισμός των πρώην μη-υπολογιστικών συσκευών  με μοναδικό λόγο την ένταξη τους στο σχήμα των υπολογιστών. […] Το λειτουργικό όφελος αποδυναμώνεται υπέρ της υπολογιστικής εδραίωσης, της συλλογής δεδομένων, και του συγκεντρωτισμού.”

///

Η ανταλλακτική αξία, μέχρι στιγμής, φαίνεται λάθος. Σε αντάλλαγμα για το αγαθό των προσωπικών μας δεδομένων, παίρνουμε υπερτιμημένες υποσχέσεις για μελλοντική απόδοση, με τη μορφή του σύγχρονου κιτς: περιφερειακών συσκευών και ζυγαριών μπάνιου με δυνατότητα σύνδεσης μέσω bluetooth, θερμοστάτες που μας επιτρέπουν να θερμάνουμε το σπίτι προτού φτάσουμε σε αυτό, τηλεοράσεις που στριμάρουν  Netflix, πιρούνια με αισθητήρες. Πολλά από τα προβλήματα που αυτοί οι υπολογιστές έχουν υποθετικά σχεδιαστεί για να λύσουν θα μπορούσαν να επιλυθούν με άλλα, μη-υπολογιστικά, μη-διασυνδεδεμένα μέσα. Αυτό συμβαίνει γιατί το πραγματικό πρόβλημα το οποίο οι υπολογιστές έχουν σχεδιαστεί για να λύσουν είναι το ότι δεν δημιουργούμε συνεχώς αξία για τις επιχειρήσεις που έχουν σαν επιχειρηματικό μοντέλο τη συλλογή δεδομένων μας καθ’ όλη την διάρκεια  της ημέρας μας. Αυτό που διατίθεται στην αγορά για εμάς είναι ένα οικοσύστημα ανέσεων, αλλά κάτω από αυτό το στρώμα κρύβεται μια παραοικονομία στην οποία επενδύονται δισεκατομμύρια, μια οικονομία που αξιοποιεί τα δεδομένα ως πολύτιμο και δημόσιο εμπόρευμα όπως το πετρέλαιο, το νερό, ή ο αέρας, και μια οικονομία που δεν περιλαμβάνει την μεγάλη πλειοψηφία από εμάς.

Υπάρχει και κάτι άλλο στο παιχνίδι, κάτι πιο σκοτεινό και με ευρύτερες προεκτάσεις: οι ουτοπικές αφηγήσεις της υπέρβασης του εαυτού, τις οποίες οι εταιρείες του IoT τώρα χαρωπά αξιοποιούν, είναι εναλλάξιμες με τις δυστοπικές αφηγήσεις της διαγραφής του εαυτού. Οι εφιάλτες του Winston Smith, στο 1984 (1949) , του John στον “Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο” (1932), ή του Josef K στη “Δίκη” (1925) είναι εκείνοι στους οποίους οι προσωπικές τους ελευθερίες μετριάζονται από απρόσωπες αρχές, ταξικές δομές και γραφειοκρατία. Οι χαρακτήρες βρίσκονται υπό διωγμό, οδηγούνται στην αυτοκτονία, ή αλλιώς εντάσσονται και διαγράφονται.

Έτσι έχουν σχεδιαστεί να λειτουργούν οι ουτοπικές/δυστοπικές αφηγήσεις: ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Σε κάθε αφήγηση, υπάρχει η υπόσχεση της ουτοπίας που διευκολύνει την ανταλλαγή των ατομικών ελευθεριών με αυτό που καταλήγει να είναι μια ευδιάκριτα δυστοπική πραγματικότητα. Το ότι οι υπερασπιστές του IoT τόσο πρόθυμα αξιοποιούν τις ουτοπικές αφηγήσεις, φαινομενικά χωρίς εκτίμηση για τον παραδοσιακό τους ρόλο ως προειδοποιητικές ιστορίες, μπορεί κάλλιστα να μας πει κάτι για την υβριστική φύση αυτών των ισχυρών παραγόντων.

Ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι η ουτοπία του IoT – και ιδιαίτερα της αναπόφευκτης, εξελικτικής του καμπής – διαψεύδεται από αποδείξεις πως έχουμε εισέλθει σε μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής στασιμότητας. Σε ένα έγγραφο του 2012 από το Εθνικό Γραφείο Οικονομικών Ερευνών, προτείνεται ότι “η ταχεία πρόοδος που σημειώθηκε κατά τα τελευταία 250 χρόνια θα μπορούσε κάλλιστα να αποδειχθεί ως ένα μοναδικό επεισόδιο στην ιστορία της ανθρωπότητας” – ότι το είδος της ανάπτυξης στην οποία είμαστε συνηθισμένοι, γύρω από την οποία έχουμε δημιουργήσει τα πολιτικά μας συστήματα και τις κοινωνικές προσδοκίες, και στην οποία βασίζεται η ουτοπική αφήγηση του IoT, δεν είναι αέναη.

Το έγγραφο του ΕΓΟΕ περιγράφει τρεις βιομηχανικές επαναστάσεις μεταξύ του 1750 και 2004, που προσέφεραν μετασχηματιστικές αλλαγές με τη χρήση της δύναμης του ατμού και τους σιδηρόδρομους· με την ηλεκτρική ενέργεια, τον κινητήρα εσωτερικής καύσης, την εσωτερική υδραυλική εγκατάσταση, τις επικοινωνίες, τις χημικές ουσίες και το πετρέλαιο· με τους υπολογιστές, το Διαδίκτυο και τα κινητά τηλέφωνα. Η δεύτερη από αυτές τις επαναστάσεις ήταν υπεύθυνη για 80 χρόνια εκρηκτικής ανάπτυξης που συνέβη εκεί όπου οι δυτικοί πολιτισμοί μετακινήθηκαν από αγροτικούς σε βιομηχανικούς τρόπους διαβίωσης μέσω της αστικοποίησης. Η θεωρία του ΕΓΟΕ υποθέτει ότι δεν μπορούμε ποτέ να παράγουμε τις προϋποθέσεις για μια τέτοια εκρηκτική ανάπτυξη και πάλι.

Το Capital in the Twenty-First Century (2013) του Thomas Pikkety καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα σχετικά με την περίοδο αυτή: ότι, αντί για μια συνεχώς αυξανόμενη παλίρροια που σηκώνει όλες τις βάρκες εξίσου, η ιστορία του κεφαλαίου χαρακτηρίζεται από αυξανόμενες συγκεντρώσεις του πλούτου και ανισότητας. Τα τελευταία 250 χρόνια της ανθρώπινης ιστορίας, στα οποία είδαμε να υπάρχει διαδεδομένη οικονομική ανάπτυξη και ολοένα και πιο δίκαιη κατανομή πλούτου, ήταν ακραία και τώρα επιστρέφουμε στην κανονικότητά μας με την ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου και μεγαλύτερη συνολική ανισότητα.

Αν αυτό μοιάζει δυστοπικό, είναι γιατί σχεδόν κυριολεκτικά είναι: η πραγματικότητα μας είναι η δυστοπική άλλη πλευρά στην ουτοπική αφήγηση με την οποία μεγαλώσαμε, την ίδια αφήγηση από την οποία αντλείται το IoT. Σκεφτείτε το με αυτόν τον τρόπο, όταν οι μελλοντολόγοι μιλάνε για το IoT μας κάνουν σχεδόν να σκεφτόμαστε την διακυβέρνηση του Reagan με νοσταλγία.

Ή, όπως ειπώθηκε πιο δυναμικά από τον David Graeber στο άρθρο του για το The Baffler:: “Πού είναι τα ιπτάμενα αυτοκίνητα; Πού είναι τα δυναμικά πεδία, οι ακτίνες έλξης (βλ. “beam me up Scott” στο Star Trek), οι καμπίνες τηλεμεταφοράς, τα έλκηθρα αντιβαρύτητας, τα tricorder, τα φάρμακα για την αθανασία, οι αποικίες στον Άρη, και όλα τα άλλα τεχνολογικά θαύματα με τα οποία κάθε παιδί που μεγάλωσε από τα μέσα ως τα τέλη του εικοστού αιώνα, θεωρεί πως θα έπρεπε να υπάρχουν ως τώρα;” Προς το παρόν, έχουμε μείνει με μια τρομακτικά αφηρημένη αξιακή πρόταση που απαιτεί να ξέρει τα πάντα για μας και υπόσχεται να διαμορφώσει τους νόμους μας με άγνωστο τρόπο με αντάλλαγμα μια νεφελωδώς καθορισμένη υπόσχεση για μεγαλύτερη ευκολία και μια κάποια πνευματική συντροφικότητα.

///

Θα έλεγα ότι η προώθηση του IoT είναι απλά εντελώς υπόκωφη, εκτός του ότι φαίνεται πως η Silicon Valley γνωρίζει για την επικείμενη εποχή οικονομικού παγετώνα και ετοιμάζεται παρ’ όλα αυτά να προωθήσει επιθετικά το IoT.

Σκεφτείτε το ξαφνικό ενδιαφέρον της Silicon Valley για ένα καθολικό ή ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (ΕΕΕ). Η έννοια του ΕΕΕ για πρώτη φορά εισάγεται από τον Thomas Paine ως απάντηση σε μια στιγμή αλλαγής παραδείγματος: της αποζημίωσης στους εργαζόμενους για την «απώλεια της φυσικής κληρονομιάς τους, με την εισαγωγή του συστήματος της ακίνητης περιουσίας» (Αγροτική Δικαιοσύνη, 1795). Η Κυβέρνηση ήταν αναμενόμενο να παρέμβει και να αμβλύνει τον πόνο καθώς οι οικονομικοί τρόποι παραγωγής παραγκώνισαν ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων. Ίσως είναι δελεαστικό να συνδέσετε το ενδιαφέρον της Silicon Valley για μια προοδευτική πολιτική με τον ουτοπικό τρόπο προώθησής της. Ή ίσως το ενδιαφέρον τους για το ΕΕΕ σηματοδοτεί την πιθανή επιρροή μιας επερχόμενης καινοτομίας στον ενεργό πληθυσμό.

Με άλλα λόγια, το ενδιαφέρον της Silicon Valley για το ΕΕΕ θα μπορούσε να είναι προάγγελος, όπως το καναρίνι στο ανθρακωρυχείο, για ένα είδος αντιστροφής της βιομηχανικής επανάστασης, όπου απαιτήσεις για καινοτομία από ένα συμπυκνωμένο και ελαφρώς προνομιούχο σύνολο να υπερσκελίζουν τα δικαιώματα των ατόμων για εργασία γεμάτη σημασία. Στην περίπτωση αυτή, η κίνηση της υποστήριξης του ΕΕΕ αποτελεί σχεδιασμό εκ των προτέρων για το τελικό χτύπημα στην Δυτική εργατική τάξη, ακριβώς με τον μαζικό αυτοματισμό που η Silicon Valley ελπίζει να προσφέρει μέσω του – καλά το μαντέψατε – Διαδικτύου των Πραγμάτων. Σε αυτό το σενάριο, το IoT είναι η πραγματοποίηση μιας δυστοπίας στην οποία πολλοί περισσότεροι άνθρωποι θα αγωνίζονται να επιτύχουν την διαβίωσή τους, ενώ η αξία που θα παράγουν απλά με το να είναι ζωντανοί – τα δεδομένα που θα συλλέγονται από και για τη συμπεριφορά τους – θα εξορύσσονται και θα αξιοποιούνται χωρίς την συνακόλουθη ανακατανομή του πλούτου που θα παράγουν, συχνά εν αγνοία των ιδίων.

Στην καρδιά αυτού του οικονομικού εκτοπίσματος είναι η μαζική συγκέντρωση του πλούτου και της εξουσίας από εταιρείες που συλλέγουν, οργανώνουν και πωλούν τα δεδομένα μας. Το Facebook και η Google είναι συλλογικά υπεύθυνοι για το 75% του συνόλου των ροών από παραπομπές στο διαδίκτυο, δημιουργώντας ένα ολιγοπωλιακό διάδρομο μέσω του οποίου αποκτούμε πρόσβαση στις περισσότερες πληροφορίες. Μόλις πέντε εταιρείες παράγουν το 61% των ψηφιακών εσόδων διαφήμισης: το Facebook, η Google, η Microsoft, το Yahoo και η AOL. Φανταστείτε αν μόνο δύο εταιρείες ενέργειας ήταν υπεύθυνες για το 75% των αποθεμάτων πετρελαίου στον κόσμο. Θα ήταν αυτή η συγκέντρωση πλούτου αποδεκτή από εμάς;

Η αυξανόμενη έμφαση στη συλλογή πληροφοριών για την υγεία έχει ιδιαίτερα σημαντική θέση σε αυτή τη συζήτηση. Ο John Wilbanks και ο Eric Topol, δύο αξιοσέβαστες φωνές στην διαδικτυακή κοινότητα για την υγεία, έγραψαν πρόσφατα ότι, «Εάν η αδιαφανής λήψη αποφάσεων μέσω αλγορίθμων αρχίσει να περιλαμβάνει και δεδομένα υγείας, η ικανότητα των -άγνωστων σε μας- υπολογισμών να τονίζουν τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές προκαταλήψεις θα μπορούσε να αυξηθεί ραγδαία.»

Υποστηρίζουν ότι:

«Πολλές από τις μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας έχουν φτάσει να μοιάζουν με μικρά έθνη: έχουν τεράστιους «φυσικούς πόρους» (δεδομένων και υπολογιστικής ισχύος) και παγκόσμια συμφέροντα να επιδιώκουν και να προστατεύουν. Μόλις πέντε εταιρείες τεχνολογίας με έδρα τις ΗΠΑ – η Apple, η Microsoft, η Alphabet (η μητρική εταιρεία της Google), η Cisco Systems και η Oracle – αθροίζουν ταμειακά αποθέματα 504 δισεκατομμυρίων δολαρίων στα τέλη του 2015, μεγάλο μέρος των οποίων παραμένει σε χώρες του εξωτερικού για να αποφύγουν τη φορολογία και τη ρύθμιση της λειτουργίας τους”.

Και δεν είναι μόνο θέμα του να υπάρχει συμμετοχή στο ταμείο.  η αποπληρωμή μπορεί να γίνει δυνατή μόνο σε κάτι που ήδη αποτελεί μεγάλο προσωπικό κόστος. Σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών (ACLU), «Δεν υπάρχει απλά κανένας τρόπος να προβλέψουμε με ποιο τρόπο αυτές οι τεράστιες δυνάμεις – που δυσανάλογα συσσωρεύονται στα χέρια των εταιρειών που επιδιώκουν οικονομικό όφελος, και των κυβερνήσεων που λαχταρούν όλο και περισσότερο έλεγχο – θα χρησιμοποιηθούν. Οι πιθανότητες είναι τα Μεγάλου Όγκου Δεδομένα (Big Data) και το ΙοΤ να κάνουν πιο δύσκολο για εμάς το να ελέγξουμε τις ζωές μας, καθώς αυξάνεται η διαφάνειά μας ως προς τις ισχυρές εταιρείες και τα κυβερνητικά όργανα, που γίνονται πιο αδιαφανή σε μας.»

Ή, όπως ευστόχως αναφέρεται στο Wired: «Δεν πρόκειται μόνο να χάσετε την ιδιωτικότητά σας – θα αναγκαστείτε να παρακολουθήσετε την ίδια την έννοια της ιδιωτικότητας να επαναπροσδιορίζεται κάτω από την μύτη σας.» Η έκταση των αλλαγών είναι τεράστια, σύμφωνα με τις ουτοπικές φιλοδοξίες του IoT. Αλλά οι φαινομενικά αναπόφευκτες αλλαγές, που οδηγούνται από την δύναμη αυτών των εταιριών, είναι αυτές που τις ωθούν και στην δυστοπία.

Στην επέκταση του IoT βλέπουμε την βίαιη επίθεση της εταιρικής φιλοδοξίας να αναπτυχθεί πέρα ​​από κάθε σύνορο, το τελικό στάδιο της εξέλιξής μας από τις τοπικές φυλές σε ένα παγκόσμιο σύνολο. Ως εκ τούτου, πολλές από αυτές τις εταιρείες αντιμετωπίζουν τα τοπικά ρυθμιστικά καθεστώτα ως κωλυσιεργία προς την αναπόφευκτη ανάπτυξή τους. Δείτε αυτή την ιστορία που γράφτηκε στην Guardian και αναφέρει λεπτομερώς τις προσπάθειες του Facebook να προσφέρει “δωρεάν” internet σε υποεξυπηρετούμενες κοινότητες της Ινδίας παρέχοντας πρόσβαση σε ένα πακέτο επιμελούμενων ιστοσελίδων, εν μέρει, από το ίδιο το Facebook. Τα καθεστώτα ρύθμισης των τηλεπικοινωνιών έχουν σχεδιαστεί για να υπάρχει ισορροπία μεταξύ της πρόσβασης του κοινού σε κοινόχρηστους πόρους και της επεκτασιμότητας της εντόπιας τηλεπικοινωνιακής και ISP βιομηχανίας. Παρά το ότι η  αναποτελεσματικότητά τους είναι ορατή – κανείς δεν αρνείται ότι δεκάδες εκατομμύρια στην Ινδία βρίσκονται χωρίς αξιόπιστη πρόσβαση στο Internet – δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί η ινδική κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται τον αλτρουισμό του Facebook ως βασική υπηρεσία, αλλά ως καταπάτηση της κυριαρχίας της. Σαν αποτέλεσμα της αντίστασης που αντιμετώπισε επίγεια το Facebook, στη συνέχεια, ξεκίνησε να χρησιμοποιεί drones με την χρήση ηλιακής ενέργειας για την παροχή internet σε πολίτες εκτός των  ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων των κρατών στα οποία ζουν.

Οι ιστορίες των ειδήσεων που αφορούν την πραγματική ζωή μας αρχίζουν να περιγράφουν το χάσμα μεταξύ των ουτοπικών σχεδίων του IoT, όπου όλα τα δεδομένα μας χρησιμοποιούνται όλη την ώρα, και ταυτόχρονα υπάρχει το δυστοπικό σενάριο όπου μια απίστευτα ισχυρή και μη εκλεγμένη ομάδα ελίτ παρακάμπτει τις πολιτικές που αποσκοπούν στην ανάπτυξη και την προστασία των τοπικών επιχειρήσεων και επιχειρεί να ρυθμίσει την πρόσβαση και την κεφαλαιοποίηση του δημόσιου πλούτου.

Αυτό που χάνεται στην βουή λέξεων όπως η «διασπαστική καινοτομία» είναι ότι τα είδη των αλλαγών που λαμβάνουν χώρα, με όλη τη δύναμη και την ταχύτητά τους, οδηγούν στην επανασύνταξη του νομικού προηγούμενου και της αγοράς εργασίας “εν θερμώ”. Οι ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών και τα δημοτικά συμβούλια μπορεί μακροπρόθεσμα να λειτουργούν απογοητευτικά, αλλά υπηρετούν ένα συγκεκριμένο σκοπό που βασίζεται σε δημόσια κατοχυρωμένες αρχές: την καθολική πρόσβαση, το προσιτό κόστος, την προσωπική ασφάλεια, την εθνική ασφάλεια, και ούτω καθεξής. Και το πιο σημαντικό, αυτοί οι φορείς είναι (θεωρητικά, τουλάχιστον) δημοκρατικά υπόλογοι σε εμάς. Ο κόσμος που θα μας απομείνει αφού ολοκληρωθεί η ad hoc επαναδιαπραγμάτευση των πλαισίων πολιτικής μπορεί να είναι πιο βολικός με την έννοια των μικρο-συναλλαγών, αλλά χειρότερος σε πολύ σημαντικά θέματα που δεν συζητούνται έξω από τον στείρο κόσμο της ανάπτυξης δημόσιας πολιτικής.

Αυτός είναι ο εφιάλτης του IoT με συντομία: ότι οι αλλαγές που γίνονται όταν αποδεχόμαστε μια μικρή διευκόλυνση με αντάλλαγμα τα δεδομένα μας ξαναγράφουν τα ρυθμιστικά πλαίσια που έχουν εθνική εμβέλεια και μεταφέρουν την εξουσία από δημόσια ιδρύματα σε ιδιωτικά.

///

Έχω περιγράψει μια ανησυχητική εικόνα, ίσως ακόμη και κυνική, αλλά θα παραδεχτώ ότι υπάρχουν και θετικές πτυχές σε αυτή τη συζήτηση. Εάν οι καταναλωτές έχουν τον ρόλο διαχειριστή των δικών τους δεδομένων, σε αντίθεση με τον ρόλο του παθητικού γεννήτορα αυτών, θα έχουν την εξουσία να απαιτήσουν τη λογοδοσία ιδρυμάτων, όπως οι οργανισμοί υγειονομικής περίθαλψης και επιβολής του νόμου, με τρόπους που σήμερα αδυνατούν. Και το ΙοΤ μπορεί και πρέπει να βασίζεται σε διεθνή πρότυπα και πρωτόκολλα, όπως κάνει και το Διαδίκτυο, επιτρέποντας σε κάθε μία χωριστά και σε όλες τις νεοσύστατες επιχειρήσεις να λάβουν μέρος σε αυτήν την διαμόρφωση και να μας φέρουν λίγο πιο κοντά στην “περίεργη βιοποικιλία των ηλεκτρονικών υπολογιστών” του UbiComp. Εξειδικευμένοι υποστηρικτές επισημαίνουν ότι είναι δυνατόν να πιστεύει κάποιος στο IoT και ταυτόχρονα να πιστεύει στη διατήρηση της αποκέντρωσης των συνιστωσών του, μέσω υγιών δημόσιων πολιτικών.

Είμαι ανοιχτός σε αλλαγές, μιας και δεν έχω μεγάλη πίστη στα δημόσια ιδρύματα μας για την προστασία όλων των πολιτών με δίκαιo και ισότιμο τρόπο, αλλά ούτε και μια καλύτερη λύση για την δημογραφική επανατροφοδότηση της οικονομικής μας στασιμότητας. Αλλά το ότι το ΙοΤ διαχειρίζεται από μια μακρινή και απροσπέλαστη ελίτ καθιστά δύσκολο να “τσιμπήσω” σε μια ιστορία ουτοπικής υπερβατικότητας, ακόμη και αν η πορεία προς την ουτοπία είναι γεμάτη με ευκαιρίες στο πως να ξοδεύω λιγότερο χρόνο στην κίνηση και περισσότερο χρόνο με τη γυναίκα μου.

Αυτό που περνά από το μυαλό μου, αντί της ουτοπίας, είναι μια εξίσου παλιά και εξίσου γνωστή ιστορία, εκτεταμένη και υπαρξιακή. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο η έκταση και ο βαθμός των ατομικών ελευθεριών μας, αλλά και οι ίδιοι οι όροι με τους οποίους διαπραγματευόμαστε και ορίζουμε την εν λόγω έννοια.