Skip to content →

Πώς καταστρέψαμε τη δημοκρατία: Η τεχνολογία άλλαξε αυτές τις εκλογές, και τώρα υπονομεύει την ικανότητά μας να συμπάσχουμε με τον άλλο

από: Tobias Rose-Stockwell, medium.com [11.11.2016]

μετάφραση

Αυτό που έγινε περισσότερο σαφές αυτό το εκλογικό έτος είναι ότι δεν συμφωνούμε με τις θεμελιώδεις αλήθειες που νομίζαμε ότι πιστεύαμε.

Πήγα σε κολέγιο σε ένα μέρος της Πενσυλβανίας που σίγουρα ανέστρεψε την κατάσταση για τον Trump. Ένας μεγάλος αριθμός φίλων μου εξακολουθεί να ζει εκεί και έχει αναρτήσει μηνύματα που, από ό,τι φαίνεται από αυτήν την στιγμή της ιστορίας, αφορούν μια εντελώς διαφορετική χώρα.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων αρκετών εβδομάδων έχω παρακολουθήσει δεκάδες φίλους μου στο Facebook να διαγράφουν ο ένας τον άλλο. Έχω δει πολλές φαρισαϊκές δημοσιεύσεις να κατακλύζουν όλη τη ροή ενημερώσεών μου, μαζί με έντονα μηνύματα φόβου, θυμού και πιο πρόσφατα – υπαρξιακής απελπισίας.

Από την άλλη πλευρά βλέπω αντιδράσεις χαράς, ελαφρότητας, ευγνωμοσύνης και αισιοδοξίας για το μέλλον. Δεν θα μπορούσαν να είναι πιο έντονες.

Αυτό που και οι δύο ομάδες έχουν από κοινού είναι πολύ εμφανές: Μια αίσθηση βαθιάς σύγχυσης αναφορικά με το γιατί η άλλη πλευρά δεν είναι σε θέση να καταλάβει την οπτική τους.

Αυτό φάνηκε να αποτελεί τάση στα social media και κορυφώθηκε κατά την πορεία προς τις εκλογές: Οι πολιτικές διαιρέσεις μεταξύ μας είναι μεγαλύτερες από ποτέ, και εξακολουθούν να επιδεινώνονται μέρα με τη μέρα.

Δεν πιστεύω ότι η ελίτ των ΜΜΕ, ο Donald Trump ή η Εναλλακτική Δεξιά, ευθύνονται για την κατάσταση της πολιτικής μας. Πλασάρουν την επιρροή και τις ιδέες τους, αλλά δεν αλλάζουν την πραγματική ουσία της χώρας μας. Οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι αποτελούν ακόμα μια αρκετά καλή αναπαράσταση του τι θέλουν οι ψηφοφόροι.

Επίσης, δεν πιστεύω ότι αυτή είναι μια εγγενής αντίδραση στον πολιτικό σφετερισμό του κατεστημένου. Αυτή η δυσαρέσκεια είναι κομμάτι του αισθήματος που υπάρχει και έξω από τα σύνορά μας. Δεν χρειάζεται να ψάξετε πολύ για να δείτε αυτό το αυξανόμενο κύμα υπερ-εθνικισμού να αναπτύσσεται διεθνώς.

Ο λόγος είναι πολύ πιο ανατρεπτικός, και αφορά κάτι που πραγματικά δεν έχουμε καταφέρει να αντιμετωπίσουμε ως ανθρώπινα όντα μέχρι τώρα. Πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνουμε πληροφορίες έχει κυριολεκτικά αλλάξει το είδος των ανθρώπων που είμαστε.

Πώς φτάσαμε ως εδώ;

Για το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα και μπαίνονοντας στον 21ο, είχαμε μια μικρή χούφτα διαύλων μέσω των οποίων καταναλώναμε προϊόντα όπως οι ειδήσεις. (Για λόγους συντομίας, θα παραλείψω πολλά.)

Είχαμε τα τρία μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, καθώς και μια σειρά από περιφερειακές εφημερίδες και ραδιοφωνικούς σταθμούς από τα οποία αντλούσαμε την πλειοψηφία όσων βλέπαμε, διαβάζαμε και ακούγαμε.

Όταν οι πολιτικοί έκαναν τα πράγματα λάθος, οι δημοσιογράφοι ανταγωνίζονταν στο να κάνουν ερωτήσεις και να καταγράψουν γεγονότα σχετικά με αυτό – και κατεύθυνε ο ένας τον άλλο στα πραγματικά γεγονότα. Όταν υπήρχε ο ισχυρισμός για κάποια προκατειλημμένη καταγραφή γεγονότων, αυτό αποτελούσε μια πολύ μεγάλη προσβολή.

Το να έχουμε μια μοναδική πηγή ειδήσεων είχε επίσης τα μειονεκτήματά του – ήταν ουσιαστικά ένα μονοπώλιο, το οποίο επέτρεψε λιγότερες απόψεις να παρεκκλίνουν από το καθιερωμένο.

Η επιρροή των μέσων ενημέρωσης ήταν τόσο σημαντική στην πολιτική που υπάρχει ένας νόμος που ψηφίστηκε το 1927 και ονομάζεται ο κανόνας του ίσου χρόνου (Equal-Time), ο οποίος ορίζει ότι για κάθε υποψήφιο για πολιτικό αξίωμα που του δίνεται βήμα στη ζώνη υψηλής ακροαματικότητας στο ραδιόφωνο ή την τηλεόραση θα πρέπει να του δίνεται και ισοδύναμος χρόνος ομιλίας. Να το θυμάστε αυτό.

Η Εφεύρεση του Ιδιωτικού Προσωπικού Μέσου

Όταν το Διαδίκτυο εμφανίστηκε, προαναγγέλθηκε ως ένας νέος τρόπος εκδημοκρατισμού του παραδοσιακού μονοπωλίου στην διαχείριση των γεγονότων. Οι άνθρωποι γενικά πίστεψαν πως αυτό ήταν ένα σημαντικό πράγμα και ένας τρόπος για να εκτεθούμε σε ένα ευρύ φάσμα απόψεων.

Πριν από μια δεκαετία περίπου, μερικές νέες εταιρείες άρχισαν να μας δίνουν λόγους να καταναλώνουμε από τα μέσα ενημέρωσης με το να είμαστε συνδεδεμένοι όλη την ώρα. Οι εταιρείες που γνωρίζουμε πολύ καλά είναι το Facebook και το Twitter, αλλά εδώ θα μιλήσουμε ως επί το πλείστον για το Facebook. Πήγε από μηδέν σε ένα δισεκατομμύριο χρήστες σε λιγότερο από 8 χρόνια και έχει αλλάξει ουσιαστικά τη σχέση της ανθρωπότητας με το διαδίκτυο.

Το πιο σημαντικό πράγμα που έχτισε ήταν το προσωπικό κανάλι – τη Ροή Ειδήσεων (News Feed). Άλλαξε γρήγορα από έναν αρκετά απλό τρόπο ανάγνωσης των δημοσιεύσεων από τους φίλους μας σε κάτι που καθορίζεται από έναν πολύ πιο περίπλοκο αλγόριθμο που βελτιστοποιεί την “αφοσίωσή” μας.

Όπως γνωρίζετε ήδη, το Facebook τα πήγε πραγματικά πολύ καλά σε αυτό. Ο αλγόριθμος ταξινόμησής του έγινε η κύρια μέθοδος που λαμβάνουμε κάθε τύπου περιεχόμενο. Ξέπερασε το Twitter και κάθε άλλο μέσο ενημέρωσης (και είναι πιθανά ο τρόπος με τον οποίο διαβάζετε αυτό το άρθρο τώρα).

Πολύ ξαφνικά, οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν πως αυτή η ροή ήταν πολύ πιο σημαντική από ό,τι τα 3 μεγάλα κανάλια, οι εφημερίδες ή το ραδιόφωνο ήταν ποτέ. Πολλοί άνθρωποι σταμάτησαν να αγοράζουν εφημερίδες ή να βλέπουν ειδήσεις στην τηλεόραση. Όλοι άρχισαν να βασίζονται παθητικά σε αυτόν τον αλγόριθμο, επειδή έκανε τόσο καλή δουλειά στο να διατηρεί το βλέμμα των ανθρώπων σε απευθείας σύνδεση και να τους κρατά ευτυχισμένους.

Αλλά αυτά τα μάτια σταμάτησαν να ενδιαφέρονται για τα μεγάλα ειδησεογραφικά sites και ονόματα, επειδή υπήρχαν τόσα πολλά μικρά ειδησεογραφικά sites να διαβάσουν. Πολλά από αυτά τα sites είχαν μια πιο ρευστή σχέση με τη δημοσιογραφία.

Και εφόσον τα εν λόγω άρθρα μας έκαναν να νιώθουμε καλά και έμοιαζαν ίδια με τις παραδοσιακές ειδήσεις, συνεχίσαμε να τα διαβάζουμε. Για πρώτη φορά, ξαφνικά είχαμε πάρα πολλές επιλογές στην ανεύρεση γεγονότων.

Είστε αυτό που διαβάζετε

Αν είστε ένας μέσος Αμερικανός με πρόσβαση στο διαδίκτυο, καταναλώνετε ένα μεγάλο μέρος των ειδήσεων σας μέσω των social media – Το 62% από εμάς βρίσκουμε τις ειδήσεις με αυτό τον τρόπο. Η ροή ειδήσεων του Facebook είναι o πλέον σημαντικός τροφοδότης κίνησης στα ειδησεογραφικά sites.

Τα περισσότερα από τα γεγονότα που διαβάζετε προέρχονται μέσα από αυτήν την ροή. Οι περισσότερες από τις απόψεις σας διαμορφώνονται από αυτήν. Αυτή είναι μια ροή πληροφοριών που διαμορφώνεται και περιορίζεται από πράγματα που σας κάνουν να μην αισθάνεστε άβολα – και σίγουρα δεν παρέχει ίδιο χρόνο έκθεσης σας προς όλες τις αντίθετες απόψεις.

Αυτή η ροή ειδήσεων είναι μια φούσκα και τα πράγματα που φιλτράρονται και περνούν μέσα εκεί είναι τα πράγματα που δεν σας προκαλούν. Είναι μια εκδοχή αυτού που η διαδικτυακή ακτιβίστρια Eli Pariser ονομάζει Φίλτρο-Φούσκα.

Η Wall Street Journal κατασκεύασε πρόσφατα ένα εργαλείο που δείχνει πόσο ριζικά όλο αυτό μας έχει επιτρέψει να επιλέξουμε οι ίδιοι τις φούσκες των γεγονότων μας. Η κόκκινη και μπλε ροή δημιουργεί δύο τυχαίες ροές ειδήσεων με βάση το ίδιο ακριβώς θέμα (ας πούμε, τη Michelle Obama) από συντηρητικά και φιλελεύθερα ειδησεογραφικά sites στο Facebook, και τις εμφανίζει δίπλα-δίπλα. Δείχνει πόσο εύκολα μπορεί κανείς να απομονωθεί μέσα σε μια ροή ειδήσεων που επιβεβαιώνει τις υποθέσεις και τις υποψίες του για τον κόσμο, απλά με αλγοριθμική προσαρμογή των ανθρώπων και των σελίδων που ακολουθεί.

Προτιμούμε τα γκέτο πληροφορίας

Υπάρχει μια αστεία ιδιαιτερότητα στη φύση μας, που οι ψυχολόγοι ονομάζουν Προκατάληψη Επιβεβαίωσης. Είναι ένα πραγματικό γεγονός και μπορείτε να δείτε ανθρώπους να το εκφράζουν όλη την ώρα. Είναι η φυσική τάση του ανθρώπου να ερμηνεύει τη νέα πληροφορία με τρόπο που επιβεβαιώνει τις υπάρχουσες πεποιθήσεις ή θεωρίες του. Όταν έχουμε την επιλογή να διαβάσουμε ειδήσεις που επιβεβαιώνουν την κοσμοθεωρία μας ή την αμφισβητούν – σχεδόν πάντα επιλέγουμε τις πρώτες, ανεξάρτητα από τις αποδείξεις.

Δεδομένου ότι αισθανόμαστε άβολα όταν είμαστε εκτεθειμένοι σε μέσα ενημέρωσης που αντιτίθενται στην οπτική μας (όπως κάνει εκείνος ο παράξενος πολιτικοποιημένος θείος που συναντάμε στις οικογενειακές συναντήσεις), στο τέλος καταλήγουμε συνήθως να τα αποφεύγουμε. Απαιτεί πολλή προσπάθεια το να αλλάζεις απόψεις, και γενικά αισθανόμαστε απαίσια όταν έχουμε δύσκολες συνομιλίες με ανθρώπους που δεν συμφωνούν μαζί μας. Έτσι, αρνούμαστε ευγενικά την ευκαιρία να γίνουμε φίλοι, να αγοράσουμε το προϊόν τους, να διαβάσουμε το περιοδικό τους ή να παρακολουθήσουμε την εκπομπή τους.

Απομονώνουμε τον εαυτό μας σε αυτό το «γκέτο πληροφορίας», όχι επειδή το θέλουμε αλλά επειδή απλώς είναι πιο εύκολο.

Η δική μας ροή στο Facebook δεν είναι διαφορετική. Πρόκειται για μια δήλωση του ποιοι είμαστε. Δημιουργήθηκε από εμάς: από τα πράγματα που πατήσαμε like στο παρελθόν, από τους φίλους που έχουμε προσθέσει στην πορεία και από τους ανθρώπους που τείνουν να έχουν απόψεις που μοιάζουν με την δική μας. Είναι κατασκευασμένη από εμάς.

Αυτός είναι ένας αυτο-διαχωρισμός και συμβαίνει με φυσικό τρόπο. Αλλά η επιτυχία του αλγόριθμου του Facebook έχει περιχύσει αποτελεσματικά με βενζίνη αυτή την έμφυτη προκατάληψη μας που σιγόκαιγε.

Το πρόβλημα με την Κοινότητα

Αλλά τι γίνεται με την κοινότητα; Το Facebook (και το διαδίκτυο γενικότερα) έχει κάνει μια καταπληκτική δουλειά στο να βοηθάει τους ανθρώπους να δημιουργήσουν μια κοινότητα. Μας έχει δώσει έναν τρόπο να συνδεθούμε με τους πιο ταιριαστούς με εμάς, πιο συγκεκριμένα, με αυτούς που ταιριάζουν οι τοποθετήσεις μας στο διαδίκτυο. Από τους συλλέκτες της κούκλας Furby και τους καλλιεργητές εξωτικών μανιταριών μέχρι την Eναλλακτική Δεξιά, υπάρχει χώρος για όλους.

Αλλά υπάρχει ένα ελάττωμα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την κοινότητα. Ως άνθρωποι, έχουμε εξελιχθεί σε μικρές φυλές και σπάνια συναντάμε πραγματικά μεγάλες ομάδες άλλων ανθρώπων. Εξαιτίας αυτού, είμαστε κακοί στο να κατανοήσουμε ενστικτωδώς την διαφορά μεταξύ «μεγάλων» αριθμών και «τεράστιων» αριθμών. Σε κάθε είδους φυσική τοποθέτηση, είναι πραγματικά αδύνατο να αντιληφθούμε τη διαφορά μεταξύ των πολλών χιλιάδων ανθρώπων και των πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων.

Το διαδίκτυο μας επέτρεψε να απομονώσουμε τον εαυτό μας αποκλειστικά στο πλαίσιο ομάδων που αποτελούν ίσως μόνο ένα μικρό κλάσμα του έθνους μας, χωρίς ποτέ να δούμε ότι υπάρχει μια άλλη πλευρά. Ενστικτωδώς αισθανόμαστε έτσι πως αυτή είναι και η πιο αντιπροσωπευτική πλειοψηφία.

Αυτές οι online κοινότητες – σε εμάς – μπορεί να μοιάζουν σαν να είναι οι πάροχοι της αλήθειας, αυτοί που παρουσιάζουν τα γεγονότα καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Επίσης, μπορεί να αισθανόμαστε πως είναι τεράστιες – πως χιλιάδες άνθρωποι συμφωνούν μαζί μας. Αλλά αυτή η αίσθηση δεν σημαίνει πως είναι και αληθινή ή ότι αποτελεί την πλειοψηφία.

Η επαφή αυξάνει την ενσυναίσθηση, Η απομόνωση την σκοτώνει

Στην κοινωνική ψυχολογία υπάρχει ένα πλαίσιο που ονομάζεται Υπόθεση Επικοινωνίας, το οποίο έχει δείξει ότι η προκατάληψη μειώνεται μέσω της εκτεταμένης επαφής μας με ανθρώπους που έχουν διαφορετικό υπόβαθρο, απόψεις και κουλτούρα από εμάς. Το πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκε από τον ψυχολόγο Gordon Allport ως ένας τρόπος να κατανοήσουμε τις διακρίσεις και θεωρείται ευρέως ως ένα από τα πιο επιτυχημένα εργαλεία για τη μείωση των προκαταλήψεων και την αύξηση της ενσυναίσθησης. Είναι ένας μετρήσιμος και δοκιμασμένος στο χρόνο τρόπος που βοηθά τους ανθρώπους να συνυπάρχουν.

Όσο περισσότερο χρόνο περνάτε μαζί με άλλους ανθρώπους, διαφορετικούς από εσάς, σε ένα περιβάλλον που είναι αμοιβαία επωφελές, τόσο περισσότερο θα τους καταλαβαίνετε. Όσο περισσότερο μπορείτε να τους καταλάβετε, τόσο λιγότερη προκατάληψη και σιωπηρή μεροληψία θα έχετε απέναντί τους.

Η επαφή αυτή είναι σημαντική στο πλαίσιο των κοινωνικών μας δικτύων. Έχουν σχεδιαστεί να μας απομονώνουν από τους ανθρώπους και τις απόψεις που προτιμούμε να μην δούμε.

Πρέπει να συμφωνήσουμε σχετικά με τα γεγονότα, προκειμένου να συνυπάρξουμε.

Το Facebook δήλωσε ότι η αποστολή του είναι να κάνει τον κόσμο ένα πιο ανοιχτό και συνδεδεμένο μέρος. Και έχει, κατα την εκτίμηση οποιουδήποτε, συνδέσει περισσότερο τους ανθρώπους από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία στην ιστορία.

Με αυτή την επιτυχία, έχει δημιουργήσει επίσης ένα εργαλείο που μας επιτρέπει να γίνουμε πιο απομονωμένοι από ποτέ μέσα στη δική μας ιδεολογική φούσκα.

Λόγω αυτής της έλλειψης πλουραλισμού, συστηματικά χάνουμε την ικανότητά μας να συμπάσχουμε. Αυτό είναι που συναντάμε πια στον ευρύτερο κόσμο – από το Brexit έως τον Trump και τα υπερ-εθνικιστικά κινήματα σε όλο τον κόσμο. Οι άνθρωποι παγκοσμίως δεν έχουν πλέον τα ίδια κίνητρα για να βρουν μια κοινή αντίληψη. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την δυσαρέσκεια για την παγκοσμιοποίηση ή το status quo. Έχει να κάνει με το πώς αλλάζουμε την κοινωνία μας με το να μη βλέπουμε πραγματικά ο ένας τον άλλο.

Ο πρόδρομος της οικοδόμησης τειχών γύρω από τα έθνη είναι η οικοδόμηση τειχών γύρω από τις ιδέες.

Μια λογική κατανόηση των γεγονότων είναι απαραίτητη για την επαναφορά μιας ιδέας που στην πραγματικότητα δε σκεφτόμαστε πολύ αυτές τις ημέρες: Τον συμβιβασμό. Ο συμβιβασμός είναι αυτό που οδηγεί στη συναίνεση και η συναίνεση αυτό που επιτρέπει τη δημοκρατία.

Δεν είναι πάντα ευχάριστο και ενθουσιώδες. Δεν έχει πάντα όμορφη αίσθηση το να απαιτούμε να νοιαζόμαστε για τις απόψεις άλλων ανθρώπων, τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους – ειδικά όταν δεν συμφωνούν με τις δικές μας. Αλλά αυτός είναι ο ορισμός της δημοκρατίας: μια απόφαση να ζήσουμε μέσα σε μια κοινή ιδέα για το μέλλον. Μια αμοιβαία προσπάθεια στην σκληρή πραγματικότητα του αληθινού συμβιβασμού, προκειμένου να συνεχίσουμε να προοδεύουμε μαζί.

Χρειαζόμαστε μια στιγμή για να επέλθει κάθαρση. Να αναπνεύσουμε. Να κλάψουμε. Να ανακουφιστούμε ή να θυμώσουμε.

Αλλά πρέπει να θυμόμαστε, επίσης, αυτό – Αν δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε τα εργαλεία των δικών μας μέσων μαζικής ενημέρωσης για την ενθάρρυνση της ενσυναίσθησης και της συναίνεσης, θα υποχωρούμε όλο και περισσότερο στους τοξικούς διαχωρισμούς που έχουν φτάσει να μας ορίζουν σήμερα.

Αυτή η προσεκτική συναίνεση είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο δημιουργείται η δημοκρατία – μια νηφάλια κατανόηση που μας επιτρέπει να ενεργήσουμε ως ένα σύνολο. Μια προσπάθεια να βρεθεί αμοιβαιότητα στις ατέλειες και τις διαφορές μας, με την πίστη ότι μαζί είμαστε πιο εξαιρετικοί από ό,τι ο κάθε ένας μας μεμονωμένα.

Πώς μπορούμε να τα πάμε καλύτερα:

Τρόποι για να αυξήσετε την πολιτική σας ενσυναίσθηση στο διαδίκτυο

Εκθέστε τον εαυτό σας σε εναλλακτικές απόψεις – Διαβάστε την άλλη πλευρά: Οι δικές σας πηγές ειδήσεων πιθανόν να έχουν ριζωμένες τις δικές τους προκαταλήψεις. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να αποδομήσετε τις δικές σας πεποιθήσεις από το να εκθέσετε τον εαυτό σας σε ειδησεογραφικά sites που διαφωνούν μαζί σας.

Ελέγξτε αν η πηγή των ειδήσεων χαρακτηρίζεται από μεροληψία και ανακρίβεια γεγονότων, πριν την μοιράσετε – Καλλιεργήστε έναν υγιή σκεπτικισμό όταν συναντάτε ένα συναρπαστικό τίτλο που προέρχεται από μια ιστοσελίδα που δεν έχετε ακούσει. Πολλές από αυτές τις δημοσιεύσεις έχουν σχεδιαστεί με απεύθυνση στον υπερθεματισμό, προκειμένου να σας κάνουν να τις μοιραστείτε.

Συνεργαστείτε με ανθρώπους που είναι διαφορετικοί από εσάς, όταν σας δοθεί η ευκαιρία – Μην διαγράφετε τους φίλους στο Facebook που διαφωνούν μαζί σας (εξαιρούνται τα Trolls). Δεν θα «μολύνετε» την κοσμοθεωρία σας με το να μιλήσετε μαζί τους προσπαθώντας να κατανοήσετε την οπτική τους. Δαπανήστε  επιπλέον προσπάθεια στο να διαχειριστείτε μια δημόσια διαφωνία, να χτίσετε κοινό έδαφος και να αποφύγετε μια θορυβώδη διαμάχη.

Τι μπορεί να κάνει το Facebook:

(Προσοχή – ό,τι ακολουθεί είναι κάπως τεχνικό)

Το Facebook θα πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο στο να δοθεί προτεραιότητα σε δημοσιεύσεις που προέρχονται από αξιόπιστες πηγές. Θα πρέπει τεχνικά να επισημάνει sites που πλασάρουν ψεύτικες ειδήσεις (είναι εύκολο να εφαρμοστεί) και να υπερθεματίσει ειδήσεις που προέρχονται και από τις δύο πλευρές (αυτό είναι πιο δύσκολο). Αυτή η συντακτική διαδικασία θα πρέπει να είναι ουδέτερη. Μια ροή ειδήσεων που έχει βελτιστοποιηθεί έτσι ώστε να μας δεσμεύει την προσοχή είναι ουσιαστικά αλγοριθμικά ισοδύναμη του “ό,τι σοκάρει αξίζει” – αυτό είναι προβληματικό όταν η δημοσιογραφική διαδικασία λείπει από ένα τεράστιο τμήμα των διαδικτυακών ειδήσεων.

Να εξετάσει την πιθανότητα ίσου χρόνου απεύθυνσης (ή της ίδιας προσοχής). Το Facebook ξέρει ακριβώς πόσο χρόνο ξοδεύετε καταναλώνοντας ειδήσεις μέσω της πλατφόρμας του. Μπορεί επίσης να γνωρίζει πόσο πολιτικοποιημένος είστε (ή είναι πιθανό να γίνετε), πόσο χρονών είστε και το είδος των μέσων μαζικής ενημέρωσης που σας αρέσει. Εάν το περιεχόμενο που καταναλώνετε είναι αποκλειστικά πολιτικό (όπως καθορίζεται με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω), το Facebook θα πρέπει να το αξιολογήσει αυτό με διαφάνεια, και να δώσει χώρο και σε πηγές με αντίθετες πολιτικές απόψεις να εμφανίζονται στην ροή σας (δημογραφικά, οι “φίλοι των φίλων σας” μπορούν να διασχίσουν ένα μεγάλο φάσμα πολιτικών απόψεων).

Να βεβαιωθεί ότι εκτίθεστε σε μετριοπαθείς οπτικές, όχι μόνο αντιμαχόμενες. Οι εταιρείες που υπαγορεύουν το είδος των πληροφοριών πρέπει να έχουν δικλείδες ασφαλείας ώστε να μην απομονωθούμε μέσα σε πλήρως πολιτικά «γκέτο πληροφορίας». Χρησιμοποιώντας τα δημογραφικά στοιχεία που έχει το Facebook για εμάς, μπορούν να καθορίσουν πόσο περιορισμένοι είμαστε στην τριβή με εναλλακτικές απόψεις και να βελτιώσουν την πρόσβασή μας σε θέσεις εκτός του άμεσου κοινωνικού γραφήματός μας. Αυτό απαιτεί ένα μηχανισμό κατηγοριοποίησης των διαφόρων πηγών ειδήσεων και άρθρων που υποτίθεται πως αφορούν την πολιτική, αλλά είναι εφικτό.

Τέλος, το Facebook θα πρέπει να είναι πιο ανοιχτό σχετικά με το πώς ο αλγόριθμος του επεμβαίνει στον τύπο περιεχομένου που βλέπουμε. Το να είναι διαφανές ως προς τη μεθοδολογία αυτή θα μειώσει οποιαδήποτε υπόνοια κομματισμού και προκατάληψης. Μια λύση σε αυτό, και σε όλα αυτά τα προβλήματα, μπορεί να βρεθεί χωρίς να διακυβεύεται η πνευματική του ιδιοκτησία.

Η επιτυχία του Facebook, το έχει μετατρέψει σε ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία που έχουμε για τη σύνδεση με άλλους ανθρώπους. Κάτι τόσο ισχυρό, το οποίο έχει κερδίσει τόσο μεγάλο μέρος της προσοχής μας, αξίζει επίσης τον έλεγχο μας στον ίδιο βαθμό.